Article content

Καφέ βαλίτσα με αυτοκόλλητα

Δεν υπάρχει Αλόνησος

Κατηγορία: Διηγήματα

Νεαρό ζευγάρι. Κι οι δυο μικροϋπάλληλοι. Σπίτι δεν
έχουν ακόμα, έχουν όμως ένα μωρό. Είναι περίπου 3 χρό-
νων κι ωστόσο η μαμά ισχυρίζεται με πάθος, πως δεν
είναι παραπάνω από δυο, αλλά η πρόωρη ανάπτυξη και
που μοιάζει στο σόι της, πράγμα που αποδεικνύεται απ᾿
τα μάτια, τη μύτη, το χρώμα των μαλλιών. Εκείνος, ο
μπαμπάς, προβάλλοντας ατράνταχτα επιχειρήματα, το
σαγόνι του μικρού, τα ζυγωματικά και τ᾽ αυτιά του, υπο-
στηρίζει πως μοιάζει στο δικό του σόι.

Άλλες χρήσιμες πληροφορίες που μπορώ να δώσω.
Έχουν μικρά χόμπυ, όπως εκείνος το Προ – Πό και το
γήπεδο, εκείνη το πλεχτό και τη ζαχαροπλαστική κι οι
δυο μαζί την ταβέρνα του Σαββάτου.

Έχουν επίσης μικρά και κοντινά όνειρα, αύξηση
μισθού, πέντε δεκάρες στην άκρη, μεγάλα και μακρινά
όνειρα, αυτοκίνητο, μια καλή κάβα ποτών, στέρεο και
δυο κάμαρες καταδικές τους.

Έχουν μικρούς και μεγάλους φόβους, όπως να πέ-
σουν πέντε κοινωνικές υποχρεώσεις μέσα στον ίδιο μήνα,
να αυξηθεί το ενοίκιο, να τρυπήσει ο θερμοσίφωνας, να
χάσουν το πρωινό λεωφορείο, να έρθει επίσκεψη η θεία
Φρόσω.

Έχουν ακόμη τις ξεκάθαρες ιδέες και τα πιστεύω
τους. Καλή η φιλία, καλή η δημοκρατία, η ελευθερία και
η ισότητα, κακή η τυραννία, ο καπιταλισμός κι ο εξο-
πλισμός.

Έχουν ακόμη και τα ταμπού τους. Μην αγγίζεις
θεούς, διαόλους, προέδρους, προϊσταμένους. Έχουν και
κάποιες αθώες, αλλά βαθιά ριζωμένες άλλες συνήθειες,
χαρτάκι στην πράσινη τσόχα την Πρωτοχρονιά, γενέθλια
για το μωρό, δωράκια του Αγίου Βαλεντίνου, κάρτες
Χριστούγεννα και Πάσχα, έξοδος και χορός το πρώτο ή
τελευταίο Σάββατο των Απόκρεω.

Διατηρούν στο σχετικά περιορισμένο λεξιλόγιό τους
χαρακτηριστικές λέξεις μικροαστικής κουλτούρας, όπως
μπανάλ, κόμπλεξ, ιμιτασιόν, χόμπυ, σνομπ, ζαμανφού.

Ένα όνειρό τους που δεν μπόρεσαν να πραγματο-
ποιήσουν ακόμα, ήταν να κάνουν τις καλοκαιρινές δια-
κοπές τους, μόνοι, σ᾿ ένα ήσυχο μέρος, μακριά από φί-
λους, μακριά από γνωστούς και προπάντων συγγενείς.
Κάθε χρόνο, κατέφευγαν υποχρεωτικά στο χωριό της,
κοντά στη μαμά και τον μπαμπά. Ωστόσο, γύριζαν πάν-
τα ευχαριστημένοι, λέγοντας «δόξα τω Θεώ», κουβέντα
που αιώνες τώρα δηλώνει πως όλα πήγαιναν καλά για
να μην ανησυχούν κι οι καημένοι οι φίλοι, που ρωτούσαν
μ᾽ ενδιαφέρον ν᾿ ακούσουν, νάρθει κι η δική τους η σειρά
να καταλήξουν στο δικό τους θριαμβευτικό «δόξα τω
Θεώ», πως όλα ήταν θαυμάσια στο βουνό τους, στη θά-
λασσα, που τα δεντράκια, που τα ψαράκια, που καθαρά,
που ήσυχα.

Το συμπέρασμα έβγαινε αβίαστο πάντως, πως παν-
τού ήτανε καλά, πως υπάρχουν μυριάδες επίγειοι πα-
ράδεισοι, αλλά το ιδανικό ήταν πάντα ένα ήσυχο μικρό
νησί.

Αυτός ήταν ο λόγος, που μέσα τους είχε καρφωθεί,
η επιθυμία να γνωρίσουν κι αυτοί ένα τέτοιο ήσυχο επί-
γειο παράδεισο, ένα μικρό νησί. Όλο το χειμώνα, όλη
την άνοιξη και το μισό καλοκαίρι κλωθογύριζε στο μυα-
λό τους, εκείνο το μικρό όνειρο.

Οι πέντε δεκάρες μπήκαν στην άκρη, οι δυο συμφω-
νούσαν, το όνειρο πλησίαζε. Η άδειά τους ζύγωνε. Τώρα
έπρεπε να βρεθεί το νησί. Δεν έτυχε να ξέρουν σχεδόν τί-
ποτε από νησιά και γενικώς από κέντρα παραθερισμού.
Δεν είχε τύχει να ταξιδέψουν ούτε εσωτερικό ούτε εξω-
τερικὀ, εκτός απ᾿ το ορεινό χωριό της. Εκείνος βέβαια
ως στρατιώτης πέρασε Θήβα, Λάρισα, Θεσσαλονίκη, Α-
λεξανδρούπολη κι αυτά τα μέρη τα γνώριζε καλά. Το
χώμα, τους ανθρώπους, τη θέση τους στο χάρτη. Ωστό-
σο, για νησί που νοιάζονταν τώρα, ιδέα δεν είχαν. Οι φί-
λοι βέβαια δεν θα τους άφηναν στο έλεος του Θεού. Τους
εξήγησαν : Εδώ θα πάτε, εκεί θα πάτε, εδώ είχε το ένα,
εκεί είχε το άλλο. Λεπτομέρειες, κακό. Αφού ένας αθεό-
φοθος μίλησε ακόμα και για αρχαιότητες. Χάρηκε αυ-
τούς τους Αρχαίους Έλληνες, που φτιάχναν, χτίζαν,
γκρεμίζαν∙ και τι δεν κάναν, σου λέει. Μα το πρόβλημα
ήταν ποιό νησί θα διάλεγαν στο τέλος;

Χρυσή μου, είπε η συνάδελφος στη δουλειά — το λέ-
νε καμιά φορά οι γυναίκες μεταξύ τους αυτό το «χρυσή
μου», και της έδειξε ένα τουριστικό περιοδικό. Πάνσοφο
περιοδικό, πόσα πράγματα δεν έλεγε, πόσους τόπους δεν
πρότεινε. Βουνά, νησιά, ποτάμια, φαράγγια, σπηλιές.
Όλα ήταν τέλεια και φυσικά φτηνά.

Μα ο νους πάντα στο μικρό ήσυχο νησί. Πλήθος μι-
κρά ήσυχα νησιά. Αφού έμαθαν ότι στις ελληνικές θά-
λασσες φυτρώνουν τετρακόσια κατοικημένα νησιά και
χιλιάδες ακατοίκητα. Μικρά, ήσυχα, νησάκια! Πάλι
αδιέξοδο…

Στο μυαλό κουβάρι. Απ᾽ το σχολείο δεν θυμόντουσαν
παραπάνω από πέντ᾽ έξι μεγάλα νησιά κι από μερικά
που άκουγαν στο δελτίο ακτοπλοϊκών συγκοινωνιών.

Κάλεσαν λοιπόν σε τελική σύσκεψη ειδικούς φίλους.
«Τι νομίζετε εσείς, που νομίζετε εσείς, τι τιμές, χαμηλό-
φωνα, χαμηλόφωνα, και άντε γειά σου το ποτηράκι και
τέλειωσαν οι ξηροί καρποί και πάλι απ᾿ την αρχή.

– Ένα νησί, ρε παιδιά, ένα μόνο, δεν μπορείτε να πεί-
τε, έκανε αγανακτισμένος εκείνος.

Σοβάρεψαν και ο καθένας είπε από ένα μόνο. Η άδεια
άρχιζε κιόλας, οι φίλοι έλεγαν και δεν τέλειωναν κι ο
απολογισμός ήταν : 2 μπουκάλια μπράντυ, μισό ουίσκυ,
λίγο ούζο, δυο κανάτες παγάκια, ένα καλό ποτήρι που
έσπασε ο πιτσιρίκος της συναδέλφου, ένας γεμάτος νερο-
χύτης, η γκρίνια του τρίχρονου μικρού πούχασε τον ύπνο
του και τη σειρά του.

Ώσπου ήρθε ο σωτήρας. Ήταν ο Μπάμπης. Πέρα-
σε και της είπε :

– Εγώ με τη Βούλα φεύγουμε αύριο για Αλόνησο. Εί-
ναι το καλύτερο μέρος, έτσι ακριβώς όπως τα λέγαμε :
μικρό και ήσυχο. Άμα αποφασίσετε, ελάτε να μας βρεί-
τε. Πανσιόν τάδε. Θα περάσουμε καλά. Παρεΐτσα, κα-
λαμπούρι.

Ύστερα ο Μπάμπης έφυγε. Όταν ήρθε κι εκείνος
του είπε το και το. Δεν έχουμε παρά να το αποφασίσου-
με. Και αποφασίστηκε οριστικά και αμετάκλητα: Αλό-
νησος.

– Και πού είναι η Αλόνησος; τη ρώτησε.
– Δεν ξέρεις ούτε συ;

Εκείνος θυμήθηκε πως κάπου είχε ακούσει αυτό το
όνομα, αλλά πού βρισκόταν το νησί, χαμπάρι δεν είχε.
Βάλθηκε να στίβει το μυαλό του. Πού το είχε ακούσει;
Στη δουλειά, στην τηλεόραση, στην αγορά. Ναι, ναι, σί-
γουρα στην αγορά. Κάτι πουλούσαν προχτές στην αγο-
ρά, κάτι έβγαινε εκεί μοναδικό κι ωραίο, αλλά δεν θυ-
μόταν. Μαστίχα; Όχι, Χίος. Μαντολάτο; Όχι, Ζά-
κυνθος.

– Φτάνει που ξέρουμε πια πως θα πάμε στην Αλόνησο,
τα άλλα θα τα βρούμε, μην στεναχωριέσαι. Τον παρη-
γόρησε εκείνη.
– Μα πρέπει να ξέρουμε πού είναι πρώτα – πρώτα.
– Άσε, θα θυμηθώ τι βγάζει αυτό το μέρος. Βουίζει
μέσα στο μυαλό μου εκείνη η φωνή της αγοράς.

Βάλθηκε να θυμηθεί τη φωνή, να ξεκαθαρίσει τι έλε-
γε. Τι πούλαγε απ᾿ την Αλόνησο (-αο -αι -αια -ια). Αια
απ᾿ την Αλόνησο, νόστιμο -αο απ᾿ την Αλόνησο. Ζουμερά
ια απ᾿ την Αλόνησο. Προσπαθούσε να μιμηθεί εκείνη τη
φωνή.

Εκείνη έβαλε μια στριγγλιάρικια φωνή. Εκείνος στα-
μάτησε να φωνάζει δυνατά, μα συνέχισε μέσα του. Ό-
μως, επειδή δεν το χόρταινε, χώθηκε στο μπάνιο. Κι εκεί
μουρμούριζε για είκοσι ολόκληρα λεπτά. Βγήκε χωρίς
αποτέλεσμα. Όλη τη μέρα γύριζε μες το σπίτι, βγάζον-
τας κάτι μικρές άναρθρες φωνές, προσπαθώντας να μι-
μηθεί και να θυμηθεί.

– Ρώτα κάποιον, χριστιανέ μου, είπε εκείνη, πού βρί-
σκεται αυτό το νησί.
– Μα κουβέντες είναι αυτές. Ποιόν να ρωτήσω; Όλοι
θα γελάνε μαζί μας. Πασίγνωστο νησί, σου λένε. Πού
ζείτε εσείς;

Ξάφνου εκείνος πετάχτηκε και με σταθερό βήμα προ-
χώρησε προς τη μικρή βιβλιοθήκη, γιατί δε σας είπα
από ᾿ξαρχής πως έχουν μια βιβλιοθήκη ν᾿ ακουμπάνε τα
χρήσιμα βιβλία που παίρνουν με δόσεις ή σ᾿ εβδομαδι-
αία τεύχη. Το παιδί σαν μεγαλώσει, θα έχει τη σοφία
του κόσμου μες το σπίτι του. Ένα σοβαρό λοιπόν βιβλίο
ήταν κι η εγκυκλοπαίδεια. Πήρε τον τόμο με το Α, γύ-
ρισε με ύφος βαθυστόχαστο στην καρέκλα κι εκείνη ευ-
θύς κατάλαβε πως κάποια σοβαρή ιδέα είχε περάσει στο
κεφάλι του και περίμενε. Ένιωσε μάλιστα μια μυστική
υπερηφάνεια που ο άντρας της άνοιξε αυτό το χοντρό
βιβλίο. Δεν πέρασε ώρα κι εκείνος τινάζοντας χέρια, πό-
δια, κεφάλι, διάβασε δυνατά και με στόμφο :

«Αλόνησος: Νήσος των Βορείων Σποράδων, η
Αρχαία Ήως, κατά τινάς». Α, ώστε στις Βόρειες Σπορά-
δες ήταν και η αρχαία Ήως, που σήμερα δηλαδή τη λένε
Αλόνησο, ή και Ήως ίσως. Νέο μπλέξιμο. Και πού είναι
λοιπόν τώρα αυτές οι Βόρειες Σποράδες;

– Οι Βόρειες Σποράδες… έκανε εκείνη με περίσκεψη.
Ξέρεις, νομίζω πως θα το βρω. Πρέπει να είναι μακριά
από δω. Ίσως και μέρες ταξιδιού.
– Μέρες… Πού το ξέρεις εσύ;
– Να, θυμήθηκα ένα ποίημα.

Δε θυμόταν και πολλά από κείνο το ποίημα. Ωστόσο
ξεκάθαρα θυμόταν το στίχο «…που ένα πλοίο με μια
κόκκινη τζιμινιέρα θάφευγε μακρύ ταξίδι για τις Βό-
ρειες Σποράδες».

– Το θυμάσαι καλά, αυτό; Έκανε εκείνος σου κλείνον-
τας την εγκυκλοπαίδεια.

Εκείνη τον διαβεβαίωσε. Μετά απ΄ τη μικρή σιωπή,
καινούργιες ιδέες στριμώχνονταν στο νου του. Της είπε
να κοιμηθεί ήσυχη και αύριο θα τα ταχτοποιούσε αυτός.
Το πρωί, παρά τη συνήθειά του, πήρε το δίχτυ και βγήκε
για ψώνια στη γειτονιά. Πήρε μπροστά όλα τα μικρο-
μάγαζα από φούρνο μέχρι μπακάλη, από μανάβη ως χα-
σάπη και σ’ όλους δεν ξέχασε να πει, πως εκείνη ή την
άλλη μέρα έφευγε διακοπές στις μακρινές Βόρειες Σπο-
ράδες. Ο φούρναρης έσπευσε να θαυμάσει και να ρω-
τήσει, πού βρίσκονταν οι Βόρειες Σποράδες. Ο καλωσυ-
νάτος χασάπης, ρώτησε σε ποιό μέρος της Ευρώπης έπε-
φτε τούτη η Αλόνησο και τέλος πάντων κανένας γείτονας
δεν έριξε ούτε μια στάλα φως σ᾿ αυτό το σκοτάδι του.
Σχεδόν μεσημέρι γύρισε στο σπίτι κουβαλώντας τη βα-
θιά γνώση, πως οι ΄Έλληνες δεν ξέρουν γεωγραφία. Μα
αυτός πεισμάτωσε γι΄ αυτή την εθνική αδυναμία, και κα-
τάστρωσε άλλο σχέδιο. Το ίδιο απόγευμα κιόλας, αγό-
ρασε μια μεγάλη ποιητική ανθολογία. Την πρώτη της
βιβλιοθήκης του. Έκατσε λοιπόν με τη γυναίκα του όλο
το βράδυ να την ξεφυλλίζει. Δεν έπεσε έξω. Βρήκε εκεί-
νο το ποίημα και τον ποιητή. Εμπειρίκος. Διάβασαν το
ποίημα, μια και δυο και τρεις φορές, απ’ την αρχή ως
το τέλος. Το μόνο που έμεινε, η βεβαιότητά τους πια πως
οι Βόρειες Σποράδες πρέπει να βρίσκονταν κάπου πολύ
μακριά.

Και βέβαια που αυτός δεν τόβαζε κάτω. Πώς, διά-
βολο, ο Μπάμπης τη βρήκε και πήγε; Θα την έβρισκαν
και αυτοί κι ας ήταν στην άκρη του κόσμου.

– Αύριο κιόλας, της κάνει αποφασιστικά, θα βγάλω
δυο αεροπορικά εισιτήρια. Δεν μπορεί, τουριστικό νησί,
τόσο μακριά, θα έχει αεροπλάνο.

Κι ό,τι είπε, τόκανε. Κατέβηκε στην αεροπορική εται-
ρία, έφτασε και τόπε, όπως τούρχονταν καλύτερα εκεί-
νη τη στιγμή.

– Παρακαλώ δυο εισιτήρια δια την αρχαίαν Ήων.

Ο υπάλληλος τον κοίταξε περίεργα.

– Τι είπατε, κύριε;
– Δυο εισιτήρια δια την Αρχαίαν Ήων, επανέλαβε δυ-
νατότερα εκείνος.

Ήων, Ήων, έκανε για λίγο σκεφτικός ο υπάλλη-
λος φέρνοντας το δεξί χέρι στο πηγούνι.

– Ποιάν Ήων, παρακαλώ, δεν ξέρω να υπάρχει αερο-
πλάνο για τέτοιο μέρος.

Τότε εκείνος χαμογέλασε φιλικά και διευκρίνισε:

– Ήθελα να πω δυο εισιτήρια δια την Αλόνησον, την
Αρχαίαν Ήων.

Ο υπάλληλος ανασήκωσε κάπως το πηγούνι και εί-
πε πάλι :

– Α, δεν υπάρχει αεροπλάνο προς Αλόνησο…

Δυο περίεργοι που στέκονταν δίπλα του, κοιτάχτη-
καν και γέλασαν ελαφρά∙ και μάλιστα ο ένας, ο ψηλό-
τερος, ψιθύρισε: Άκου Αλόνησον και Ήων.

– Δηλαδή, είπε τώρα δισταχτικά εκείνος, δεν υπάρ-
χει καθόλου προς Αλόνησον.

Παραλίγο να πει ξανά Αρχαίαν Ήων, αλλά κρα-
τήθηκε.

Ο υπάλληλος κατεβάζοντας το χέρι απ᾿ το πηγούνι,
άρχισε να εξυπηρετεί τον επόμενο.

Αυτόν τον ψηλό που είχε ψιθυρίσει κοροϊδευτικά «Ά-
κου Ἀλόνησο και ΄Ηων. Τώρα εκείνος έκατσε με τρό-
πο στην άκρη να ακούσει τι θα ζητούσε ο ψηλός και τό-
κανε έτσι με μια προσδοκία εκδίκησης. Περίμενε μήπως
ακούσει να λέει και σ᾿ αυτόν ο υπάλληλος φέρνοντας το
χέρι στο πηγούνι «Δεν υπάρχει αεροπλάνο για…».

Ο ψηλός ζήτησε ένα εισιτήριο για Κέρκυρα και εξυ-
πηρετήθηκε αμέσως.

– Α, καλά, έτσι το ξέρω. Άμα ήταν για Κέρκυρα…

Τον έπιασε ένα πράμα σαν θυμός. Σαν παράπονο,
που όσοι πήγαιναν στην Κέρκυρα έπαιρναν το εισιτή-
ριό τους αμέσως κι εκείνοι που ήταν για Αλόνησο… Μω-
ρέ ο κόσμος να χαλάσει, αυτός θα πήγαινε στην Αλό-
νησο, αυτή την αρχαία… και αφού δεν είχε αεροπλάνο,
σίγουρα θα έχει πλοίο.

Γραμμή στο λιμεναρχείο, που αν και φαίνεται απί-
στευτο, δεν βρήκε ούτε πλοίο. Του είπαν το ίδιο πράγμα.
«Δεν υπάρχει πλοίο για Αλόνησο».

– Μα πώς, δεν μπορεί, η Αλόνησος είναι ένα νησί του-
ριστικό και αρχαίο. Λέγονταν… τέλος πάντων και παρα-
γωγικό, βρε αδερφέ, καθώς φαίνεται. Βγάζει θαυμάσια…
Έστω μια φορά την εβδομάδα δεν έπρεπε να έχει πλοίο…
Μάλιστα ο υπάλληλος το ήξερε το νησί, αλλά από τον
Πειραιά πλοίο δεν είχε. Πήγε να σκάσει απ’ το κακό του
κι ο υπάλληλος κι όλος ο κόσμος το ξέρει, αλλά ούτε αε-
ροπλάνο, ούτε πλοίο δεν πήγαινε σ᾿ αυτό το νησί. Τι μυ-
στήριο! Πού να κρύβονταν, τέλος πάντων, αυτός ο δια-
βολότοπος;

Γύρισε με τα πόδια κομμένα. Εκείνη είχε αρχίσει να
ετοιμάζει κιόλας τις βαλίτσες. Μόλις τον είδε να μπαί-
νει χλωμός, τη ζώσαν τα φίδια. Εκείνος έκατσε στην κα-
ρέκλα αμίλητος, σφούγγισε με την ανάστροφη του χε-
ριού το ιδρωμένο μέτωπο και χωρίς να την κοιτάξει,
μουρμούρισε: «Δεν υπάρχει τρόπος να πάμε στην Αλό-
νησο».

– Μα πώς γίνεται να μην υπάρχει κανένας τρόπος;
– Αεροπλάνο, πλοίο, τραίνο, αυτοκίνητο δεν πάει..
– Κι ο Μπάμπης με τη Βούλα;
– Έλα, ντέ, ξέρω γω, κολυμπώντας πήγαν…

Έδειχνε πελαγωμένος.

Σε λίγο ωστόσο βρήκε το κουράγιο του και ορκί-
στηκε να το βρει, όπου και νάταν κρυμμένο. Έπιασε ξα-
νά ανθολογίες κι εγκυκλοπαίδειες. Σοφούς, ποιητές, μή-
πως κανείς είχε την καλωσύνη ν᾿ ασχοληθεί μ᾿ αυτό το
παράξενο νησί και τις Βόρειες Σποράδες. Άδικος κό-
πος. Πετάχτηκε στο γείτονα και γύρισε με μια μεγαλύ-
τερη εγκυκλοπαίδεια και βάλθηκε αμέσως να βρει τη
λέξη «Αλόνησος». Είχε δίκιο. Πράγματι, έγραφε εδώ
περισσότερα. «Αλόνησος, Νήσος των Β. Σποράδων, που
πιθανόν να είναι η αρχαία Ίκος, γιατί μερικοί γεωγρά-
φοι υποστηρίζουν, ότι οι Αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν
Αλόνησο το γειτονικό νησί Ψαθούρα, ή Ξερονήσι, ἡ το
παραπλεύρως αυτού Παλιοπαναγιά. Όλα γύρω του σκο-
τείνιασαν εντελώς. Ύστερα σχεδόν έξαλλος σηκώθηκε
κι άρχισε να ονομάζει : Ίκος, Ψαθούρα, Αλόνησος, Ξε-
ρονήσι, Παλιοπαναγιά… Τρελάθηκα, τρελάθηκα.

Άνοιξε το παράθυρο να πάρει μιάν ανάσα. Κάτω
στο δρόμο είδε 3-4 περαστικούς. Τους κούνησε τα χέ-
ρια κι άρχισε να φωνάζει: Ψαθούρα, Αλόνησος,
μήλα, αχλάδια… Κανείς δεν γύρισε να δει. Ήταν βια-
στικοί, αδιάφοροι ή συνηθισμένοι…

Κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ με πολύ άσχημη διάθεση.
Μα το πρωί το πείσμα του θέριεψε. Το μυαλό ξεκάθαρο
έκανε καινούρια σχέδια. Κατέβηκε στο κέντρο και το με-
σημέρι γύρισε με ένα βιβλίο Γεωγραφίας, ένα χάρτη της
Ελλάδας και μια εφημερίδα. Πολύ γρήγορα βεβαιώθηκε
πως αυτό έπρεπε να είχε κάνει από την αρχή. Βλακεία
του! Είχε βρει μέσα σε λίγα λεπτά όσα ζητούσε μέρες
τώρα. Είχε αγοράσει την καλύτερη Γεωγραφία, τον κα-
λύτερο χάρτη «Γεωγραφία της Ελλάδος» υπό Μπού-
τσερ. Ναι, ν᾿ αγιάσουν τα κοκκαλάκια του. Ήταν λογι-
κός ο άνθρωπος. Έγραφε για το μέρος του, ο χάρτης
έδειχνε το νησί Άγιος Ευστράτιος, Αλόνησος. Καθαρά
και ξάστερα. Ναι, Άγιος Ευστράτιος. Έγραφε κι αυ-
τός πως οι Αρχαίοι Έλληνες αυτό το νησί λέγανε Αλό-
νησο. Πετάχτηκε πάνω φωνάζοντας :

– Οι Αρχαίοι Έλληνες. Οι Αρχαίοι Έλληνες. Και οι
σημερινοί; Ποιό λένε οι σημερινοί Αλόνησο;

Ποιο είναι αυτό το καταραμένο νησί; Υπάρχει ή δεν
υπάρχει;

Εκείνη ακούγοντας τις φωνές έτρεξε στο δωμάτιο.

– Τι έγινε; Το βρήκες;
– Άκου εδώ. Αυτός ο χριστιανός, ο λογικός… Και ανέ-
μιζε το χάρτη. Στην αρχή φαίνεται το λέγαν Ίκος. Με-
τά Αλόνησο και τώρα;

Εκείνη έσκυψε μια επάνω στο χάρτη, μια επάνω στο
βιβλίο.

– Άγιο Ευστράτιο, είπε στα χαμένα.

Ο νους του φωτίστηκε ξάφνου. Όλα γίναν απλά,
πήραν τη θέση τους. Ο Άγιος Ευστράτιος. Αυτό ήταν.
Αλόνησος και Άγιος Ευστράτιος ήταν το ίδιο. Τώρα θα
ψάχναν να βρουν τον Άγιο Ευστράτιο. Ψάξαν, το βρή-
καν. Μάθανε έκταση, προϊόντα. Σκέφτηκαν κι έναν απλό
τρόπο να εξασφαλίσουν δυο αεροπορικά εισιτήρια. Το
τηλέφωνο ενός γραφείου ταξιδίων. Πήρε το νούμερο, Ά-
κου, σε παρακαλώ, και ζήτησε δυο εισιτήρια για Άγιο
Ευστράτιο, πρώην Αλόνησο ή Ίκο. Παράδοξο, απίστευ-
το. Ούτε αεροπλάνο, ούτε πλοίο τελοσπάντων για Άγιο
Ευστράτιο, πρώην Αλόνησο ή Ίκο. Δυο πράγματα τώ-
ρα, ή θα τρελαίνονταν, ή θα τα παρατούσαν. Κι όμως,
δεν έγινε ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Θυμήθηκαν την πρό-
σφατη ιστορία του Αη – Στράτη και βάλαν νερό στο κρα-
σί τους. Δικαιολογημένο κάποιο μπέρδεμα. Να που έχει
όμως ο διάβολος, καθώς λένε, πολλά πόδια. Το ανέλπι-
στο ήρθε από αλλού. Διαβάζοντας έτσι μισοαφηρημένα
την εφημερίδα του, μετά από λίγο, η ματιά του έπεσε σε
μια αγγελία ενός γραφείου ταξιδίων. Μεταξύ των άλ-
λων έγραφε ξεκάθαρα «Εκδρομές και προς Αλόνησο».

Δεν μπορεί, σοβαρό γραφείο, θα πρέπει να είχε ανακα-
λύψει αυτό το νησί – φάντασμα.

Τηλεφώνησε λοιπόν κι από μια σταθερή ήσυχη φωνή,
πληροφορήθηκε πως μάλιστα στις Β. Σποράδες υπάρχει
ένα νησί που λέγεται Αλόνησος και μόνο Αλόνησος και
τίποτε άλλο. Μπορούσαν να σε πάνε αυτοί δίχως να σκο-
τίζεσαι το πώς και τι και δεν πας ούτε με αεροπλάνο ή
με τραίνο ή με πλοίο από τον Πειραιά, αλλά απ᾿ την Κύ-
μη της Εύβοιας ή τον Άγιο Κων/νο της Λαμίας.

Τώρα όλα μπήκαν στη θέση τους. Θα πήγαινε πρώ-
τα εκείνος να δει το πώς και τι, να βρει δωμάτιο, τον
Μπάμπη με τη Βούλα, να έχει τα πάντα έτοιμα κι εκεί-
νη νάρχονταν ύστερα.

Και να το Σάββατο στην ώρα του ακριβώς, 6.30 πρωί
βρίσκονταν στον τόπο που είχε οριστεί. Πέντ’ έξι αυτοκί-
νητα περίμεναν κι όλας στη θέση τους. Του έδωσε την
εντύπωση πως υπήρχε μία σοβαρότητα σ᾿ αυτό το γρα-
φείο. Είδε και την ταμπέλα σ’ ένα απ᾿ αυτά τα αυτοκίνη-
τα και βιάστηκε να χωθεί πριν καλά καλά την διαβάσει
ολόκληρη. Τούφτανε που διάβασε ξεκάθαρα «Προς Α-
λώνησ…». Του φάνηκε σαν νάβαζε το πόδι του στους Α-
γίους Τόπους. Κοιτούσε δεξιά αριστερά. Είχε κέφι μι-
κρού παιδιού που το πάνε εκδρομή για πρώτη φορά. Έ-
πιασε μάλιστα κουβέντα με τον διπλανό του και τον άλ-
λον που καθόταν παραπέρα στο σκαμνάκι. Το αυτοκίνη-
το ξεκίνησε ακριβώς στην ώρα του. Η ζωή ήταν τόσο
απλή, τόσο εύκολη, αν δεν τη μπερδεύεις ο ίδιος. Πέρα-
σαν Ελευσίνα, Μέγαρα πέρασαν Ισθμό. Λοιπόν προτού
να ξεκινήσουν πώς είχε την εντύπωση πάλι, πως θα πή-
γαιναν από άλλο δρόμο; Ευτυχώς που δεν έκανε καμιά
γκάφα. Ευτυχώς που κράτησε το στόμα του κλειστό, και
δεν φανέρωσε τις γνώσεις του στους διπλανούς να χαμο-
γελούν τώρα μαζί του. Σκέφτηκε πόση Γεωγραφία μπο-
ρούσε να μάθει με ένα ταξίδι : Άχρηστοι οι σοφοί και
τα βιβλία τους. Ένα ταξιδάκι κάνεις με το αυτοκίνητο
και τα πράγματα αποκαθίστανται καθώς τάφτιαξε ο
θεός.

Άϋπνος και κουρασμένος, άρχισε νωρίς να νυστά-
ζει αφόρητα. Όλη τη νύχτα ετοίμαζε μπογαλάκια. Χά-
λαγε κι έφτιαχνε, άνοιγε κι έκλεινε. Πότε περίσσευαν
και πότε έλειπαν. Κρατήθηκε μέχρι Άργος. Δεν κατέ-
βηκε ούτε για σουβλάκι. Προτίμησε να πάρει ένα μικρό
υπνάκο. Ωστόσο ο ύπνος ήλθε βαθύς και γλυκός. Στ’ ό-
νειρό του έβλεπε λέει την Αλόνησο. Μικρούλα, ήσυχη με
μια θάλασσα γαλήνια με τον Μπάμπη και τη Βούλα να
τους περιμένουν, και να τα χαμόγελα. Με μια μεγάλη
αγορά να βουίζει απ᾿ τις φωνές «-αγο -ια -αια -αλια».
Κάποτε τον ξύπνησαν λέγοντάς του πως είχαν φτάσει
πια. Πετάχτηκε γρήγορα. Κοιμήθηκε βαρειά φαίνεται.
Πότε πέρασαν τη θάλασσα δεν πήρε χαμπάρι. Οι επιβά-
τες κατέβηκαν και τράβηξαν στο καφενεδάκι που βρί-
σκονταν στην μέση της πλατείας του μικρού χωριού. Κα-
τέθηκε κι εκείνος κάπως παραξενεμένος θωρώντας ένα
τοπίο που μάλλον δεν περίμενε. Δεν τον κρατούσε ο τό-
πος. Ήθελε να περπατήσει πιο μακρυά, να δει, να ψά-
ξει. Να δει από πού ήταν η θάλασσα. Γιατί μέχρι τώρα
μόνο βουνά και έλατα έβλεπε γύρω του. Τη φαντάστηκε
ν᾿ απλώνεται λαμπερή πίσω απ᾿ το βουνό. Μ’ ένα κρυφό
σχεδόν χαμόγελο συμπέραινε: «Α ! συνδυάζει βουνό και
θάλασσα. Είχαν δίκιο λοιπόν να λένε…». Έριχνε και
καμμιά κλεφτή ματιά δεξιά και αριστερά έχοντας βα-
θειά μέσα του την ελπίδα να δει από κάπου να ξεφυτρώ-
νουν ο Μπάμπης κι η Βούλα. Στο τέλος πλησίασε έναν
άντρα που φαίνονταν ντόπιος και τούπιασε κουβέντα.

– Ωραίο νησί. Συνδυάζει βουνό και θάλασσα. Έκανε
με στόμφο.

Ο άλλος τον κοίταξε φιλύποπτα, έτσι που εκείνος
αναγκάστηκε να κόψει τη στενάχωρη σιωπή να συνε-
χίσει.

– Είναι ακριβά τα δωμάτια; Τι λέτε; Ή με συμφέρει
στο ξενοδοχείο κοντά στη θάλασσα;

– Ποια θάλασσα; Έκανε σχεδόν τρομαγμένος ο χω-
ρικός ρίχνοντας και κάτι ματιές δεξιά αριστερά σαν να
ζητούσε κάποιο στήριγμα.

– Μα διάβασα πως εδώ στην Αλόνησο έχετε θαυμάσια
θάλασσα.

– Πώς τόπατε; Αλόνησο;

Ήταν τόσο ειλικρινής η ερώτηση που ένιωσε στο
λαιμό του κάτι να καρφώνεται. Μήπως… πρέπει να πει
αρχαίαν Ήκον, Ψαθούρα, Αϊ Στράτης. Μα διστάζοντας
τραύλισε :

– Μα Αλόνησος και μόνο Αλόνησος δεν λέγεται;

– Αλωνίσταινα θέλεις να πεις. Έτσι το λένε το χωριό
μας.

Σηκώνοντας τα μάτια παρακαλεστικά μα και οργι-
σμένα μαζί προς τον ουράνιο θόλο ψιθύρισε :

– Αλωνίσταινα, αδύνατο. Αλόνησος και μόνο Αλόνη-
σος.

– Δεν βλέπεις άνθρωπέ μου, το γράφει και η ταμπέλα
του αυτοκινήτου που σας έφερε.

Γύρισε αργά και κοίταξε την ταμπέλα μπροστά του.
Έκλεισε μια δυο φορές τα μάτια και τα ξανάνοιξε πριν
καλοπιστέψει αυτό που διάβαζε, «Προς Αλωνίσταινα».

– Και η Αλόνησος. Για όνομα του θεού. Πού είναι η
Αλόνησος;

– Χριστιανέ μου τι έπαθες, ε; Δεν υπάρχει Αλόνησος.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.