Κατ’ εικόνα και ομοίωση
Ο Γιώργης , συγχωριανός μου , της χήρας της Πελαγίας γιος , από μικρός αλαφροϊσκιωτος, ανεξάρτητος , ξεχωριστός , ριγμένος νωρίς στα βάσανα και το μεροκάματο για την απλή επιβίωση . Γυρνούσε ποδαράτα αναγύρω τα χωριά , πάντα καλοδεχούμενος και αγαπητός γιατί ήταν καλόγνωμος και δουλευταράς , άξιος για το ψωμί που δούλευε.
Ο Γιώργης από νωρίς άφησε το σχολειό και συμπλήρωνε τα λίγα κολλυβογράμματα με τα συναξάρια που κουβάλαγε μαζί του και τα λόγια απ το ψαλτήρι, που ακολούθαγε τον ψάλτη τις Κυριακές αν λάχαινε να βρίσκεται στο χωριό.
Ο γιος της Πελαγίας της χήρας , κλαρί δεν βρήκε να σταθεί και τρύπα να κονέψει κι ούτε στρώμα να ξαποστάσει , μήτε καλό σκουτί για να φορέσει . Όμως ο Γιώργης με κανέναν δεν κάκεψε κι ούτε φθόνεψε τα καλά τους και τα έχει τους, γιατί πίστευε ότι όλα καλώς ήταν καμωμένα απ’ το χέρι του Θεού.
Αυτός ο Γιώργης λοιπόν, βρέθηκε κατακαλόκαιρο να περπατάει μονάχος του να περνάει βουνίσια μονοπάτια και γιδόστρατες , κόβοντας περικωπά – περικωπά τον δρόμο να συντομεύσει την απόσταση . Όπου ξάφνου αντάρα πέφτει ολούθε και κρύβει γύρω του το φως.
Τα θεοπούλια πετούν όλο και πιο χαμηλά ψάχνοντας βιαστικά μια ασφαλή κρυψώνα . Η μπόρα δεν άργησε να ξεσπάσει . Βίαιη, πυκνή , γη και ουρανός ένα , να μη βλέπεις που πατάς και πού πηγαίνεις , να σε εμποδίζει σαν υδατοφράχτης.
Για τον Γιώργη δεν ήταν όμως πρώτη φορά , ήξερε καλύτερα απ’ τον καθένα , ακριβώς το βουνό και τα μονοπάτια του . Δεν έχανε εύκολα ο Γιώργης . Εκεί δεξιά του , σε μικρή απόσταση έστεκε το εκκλησάκι του Άη Γιάννη του Προδρόμου . Εκεί έπρεπε να φτάσει , ήταν το πιο κοντινό καταφύγιο . Πλατσουρίζοντας σε λακκούβες και λάσπες έφτασε έξω απ’ την πόρτα της εκκλησιάς και την άνοιξε με σιγουριά γιατί ήξερε πώς ήταν ξεκλείδωτη , αφού ο Άγιος δεν φοβόταν τον περαστικό να μην του αρπάξει κανένα μπουκαλάκι λάδι που άφηναν οι πιστοί για τα κεριά και τα καντήλια.
Μόλις βρέθηκε ο Γιώργης στον μικρό χώρο της εκκλησίας , τον τύλιξε το μισοσκόταδο και ένα αίσθημα υγρής μοναξιάς που του δάγκωσε την καρδιά . Κοίταξε γύρω, τους κακό ασπρισμένους σχεδόν γυμνούς τοίχους και ξεχώρισε μέσα στο σύθαμπο λίγες κρεμασμένες εικόνες . Στο κέντρο του Εσταυρωμένου και κοντά του η εικόνα τ’ Άη Γιάννη του Βαφτιστή . Απέναντι της Αγίας Παρασκευής και στην άκρη του Άη Γιώργη του Καβαλάρη.
Έσταζε ακόμα νερό από πάνω του και τότε άφησε κάτω το σακίδιο έβγαλε τα λασπωμένα παπούτσια πίσω απ’ την πόρτα . Τα βρεγμένα ρούχα του πολύ τον στεναχωρούσαν ακόμα. Κοίταξε προς το μέρος των εικόνων , προσπάθησε να διαβάσει το βλέμμα τους κι ύστερα τους επεύθυνε με τα μάτια του μια ντροπαλή συγγνώμη και με αργές κινήσεις έβγαλε το πουκάμισο , το παντελόνι και τα κρέμασε στον παραστάτη της πόρτας . Ανοίγοντας στη συνέχεια τον σάκο του φόρεσε ένα κοντό παντελονάκι.
Η ψυχή του τον έσπρωχνε να ανάψει ένα κερί και το καντήλι του Ιησού . Δεν βρήκε όμως στο μικρό τραπεζάκι σπίρτα πουθενά και εγκατέλειψε αυτή την ιδέα , αφού είχε αρχίσει άλλωστε να συνηθίζει στο λιγοστό φως.
Έξω γινόταν χαλασμός Κυρίου. Οι αστραπές διαδέχονταν η μία την άλλη, οι κεραυνοί αντηχούσαν τρομακτικοί στις πλαγιές και τα λαγκάδια, έτσι που το φτωχό ξωκλήσι του Άη Γιάννη έτρεμε να σταθεί όρθιο.
Στο τέλος ο Γιώργης πεινούσε δεν πεινούσε σκέφτηκε να βγάλει το κατσαρολάκι, το φαϊ της μάνας, που του ‘βαλε μαζί, για να περάσει και η ώρα να περάσει κι η βροχή. Τι στο καλό μια συνηθισμένη καλοκαιρινή μπόρα ήταν, θα περάσει γρήγορα. Καθώς ετοίμαζε το φαί, η ματιά του έπεσε τυχαία στην εικόνα του Χριστού και του φάνηκε να κοιτάζει πέρα μακριά στους αιώνες γύρω του τον κόσμο ολάκερο και τώρα καρφωμένος στο σταυρό Αυτός ο ‘’την γην κρεμάσας επί των υδάτων’’ του πλημύρισε τη σκέψη…
Στα πόδια του σταυρού κανείς, δικός ή ξένος. Μόνος, σαν άνθρωπος μόνος. Και κάτι ήξερε ο Γιώργης από μοναξιά. Μα αυτός, ο Γιος του Θεού μόνος; Βαθιά του αναρίγησε. Σήκωσε το κεφάλι προς τον ουρανό για ψιθύρισε. “Σχώραμε Θεε μου”. Ύστερα στάθηκε λίγο, συλλογίστηκε βαθιά, και αποφασισμένος έβαλε στο πιρούνι μια μεγάλη μπουκιά ψωμί, το βούτηξε στο λάδι του φαγητού και προχώρησε αργά αναποφάσιστα με ένα πρωτόγνωρο φόβο θεού, με βήμα διστακτικό προς τον εσταυρωμένο Ιησού. Σταμάτησε σχεδόν μπροστά του, και σαν να έψαχνε τα μάτια της εικόνας για μια επιβεβαίωση . Τότε του ήρθαν και τα λόγια του Ευαγγελίου. “έδωκαν αυτώ ποιείν όξος μετά χολής μεμιγμένον και γευσάμενος ουκ ήθελε ποιήν”. Στο τέλος ο Γιώργης άπλωσε την προσφορά του στην εικόνα, στάθηκε πάλι λίγο, και ήταν πια σίγουρος πως ο Ιησούς μειδίασε ενθαρρυντικά. Ο Γιώργης τώρα τόσο να μοιάζει στον Ιησού μισοντυμένος και ξυπόλητος μπροστά του, μπόρεσε να μιλήσει σαν άνθρωπος σε άνθρωπο, ο γιος της Μαρίας της Παναγίας και ο γιος της χήρας της Πελαγίας.
-Πεινάς ; είναι απ’ τη μάνα μου ξέρεις τη χήρα την Πελαγία. Είναι καλή γυναίκα . Δεν κακοβάνει για κανένα, αν ήξερε θα σου ‘στελνε, σπλαχνίζεται τον καθένα σ’ αυτή τη ζωή. Φάε, είναι από καλό λάδι, δικό μας.
Ο Γιώργης άκουσε καθαρά την ψιθυριστή φωνή Του να του λέει “Αμήν λέγωσοι, σήμερον μετ’εμού έσυ, εν τω παραδείσω”.
Οι τελευταίες λέξεις που άκουσε ο Γιώργης ήταν αυτές του Ιησού, η τελευταία λάμψη που είδε ήταν της αστραπής πριν τον κεραυνό. Το εκκλησάκι, ο Ιησούς και οι άγιοι που τον παράστεκαν, ο Γιώργης της χήρας της Πελαγίας υψώθηκαν και αναλήφθηκαν στον ουρανό περνώντας μέσα απ τη βροχή και τα σύννεφα.
Παρασκευή 9 Αυγούστου, Πικέρμι.